TETAΡΤΗ 31 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2025
Στα χέρια Νέου ιδιοκτήτη πέρασε το εμβληματικό Μινιόν, που κατέληξε στο χαρτοφυλάκιο τη 𝐀𝐋𝐏𝐇𝐀 𝐁𝐀𝐍𝐊, με τίμημα 𝟯𝟲.𝟳𝟬𝟬.𝟬𝟬𝟬€ (𝝴𝝹𝝰𝞃. €𝞄𝞀ώ)
Το ιστορικό κτήριο στο κέντρο της Αθήνας άλλαξε χέρια καθώς την 𝚻𝛒ί𝛕𝛈 𝟑𝟎 𝚫𝛆𝛋𝛆𝛍𝛃𝛒ί𝛐𝛖 𝟐𝟎𝟐𝟓 𝛈 𝐃𝐈𝐌𝐀𝐍𝐃 𝛂𝛎𝛂𝛋𝛐ί𝛎𝛚𝛔𝛆 𝛕𝛈𝛎 𝛐𝛌𝛐𝛋𝛌ή𝛒𝛚𝛔𝛈 𝛕𝛈ς 𝛑ώ𝛌𝛈𝛔𝛈ς 𝛕𝛐𝛖 𝟏𝟎𝟎% 𝛕𝛚𝛎 𝛍𝛆𝛕𝛐𝛘ώ𝛎 𝛕𝛈ς 𝛉𝛖𝛄𝛂𝛕𝛒𝛊𝛋ής 𝐀𝐥𝐤𝐚𝐧𝐨𝐫 𝚳.𝚨.𝚬., η οποία κατέχει το σύγχρονο βιοκλιματικό συγκρότημα, στη θυγατρική της ALPHA, ABINVEST I Μονοπρόσωπη Α.Ε., μέσω της Arcela Investments Limited.
Το τίμημα ανήλθε σε περίπου 𝟯𝟲.𝟳𝟬𝟬.𝟬𝟬𝟬€ (𝝴𝝹𝝰𝞃. €𝞄𝞀ώ), έναντι επενδεδυμένων κεφαλαίων 𝟮𝟮.𝟬𝟬𝟬.𝟬𝟬𝟬€ 𝝴𝝹𝝰𝞃. 𝝴𝞄𝞀ώ από τον όμιλο DIMAND.
Η Τελευταία Ανακοίνωση για το ΜΙΝΙΟΝ (κοινώς ZARA-MINION), εγινε απο την Τραπεζα της 𝐀𝐋𝐏𝐇𝐀 𝐁𝐀𝐍𝐊, και εχει ως εξης:
“𝝨𝞃𝝶𝝼 𝗔𝗹𝗽𝗵𝗮 𝗕𝗮𝗻𝗸 𝞃𝝾 𝝡𝝸𝝼𝝸ό𝝼 𝝲𝝸𝝰 𝟯𝟲.𝟳𝟬𝟬.𝟬𝟬𝟬€ (𝝴𝝹𝝰𝞃. €𝞄𝞀ώ)”
𝚺𝛆 𝛔𝛘𝛆𝛕𝛊𝛋ό 𝛆𝛎𝛈𝛍𝛆𝛒𝛚𝛕𝛊𝛋ό 𝛔𝛈𝛍𝛆ί𝛚𝛍𝛂, 𝛈 𝐀𝐥𝐩𝐡𝐚 𝐁𝐚𝐧𝐤 𝛂𝛎έ𝛗𝛆𝛒𝛆:
»Η Alpha Bank υλοποιεί μια συνεπή και μακροπρόθεσμη επενδυτική στρατηγική στον τομέα της ακίνητης περιουσίας, με στόχο τη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων, την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των αποτελεσμάτων της και την αποδοτική αξιοποίηση πλεονάζοντος κεφαλαίου.
Οι επενδύσεις σε ακίνητα αποτελούν διαχρονικά μια σταθερή κατηγορία εισοδήματος, λειτουργώντας παράλληλα ως φυσικό μέσο αντιστάθμισης πληθωριστικών πιέσεων και οικονομικών διακυμάνσεων.
Η Τράπεζα επενδύει επιλεκτικά σε ακίνητα εισοδήματος, εστιάζοντας σε σύγχρονα γραφεία, logistics, καταστήματα λιανικής και επιλεγμένα ξενοδοχειακά ακίνητα σε μεγάλα αστικά κέντρα, με κοινά χαρακτηριστικά την καλή τοποθεσία, την ποιότητα των μισθωτών, τη σταθερή παραγωγή ταμειακών ροών και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα (ESG).
Μέσα από αυτή την προσέγγιση, επιδιώκει τη δημιουργία υπεραξιών για τους μετόχους της, αλλά και ευρύτερου κοινωνικού οφέλους, ιδίως μέσω επενδύσεων που συνδέονται με αστική αναβάθμιση.
Οι επενδύσεις σε ακίνητη περιουσία λειτουργούν συμπληρωματικά προς τη χρηματοδοτική δραστηριότητα της Alpha Bank, η οποία χρηματοδοτεί διαχρονικά έργα και επενδύσεις στον τομέα του real estate.
Παράλληλα, δημιουργούνται συνέργειες με τον τομέα asset management, μέσω της ανάπτυξης επενδυτικών προϊόντων ακίνητης περιουσίας για θεσμικά κεφάλαια στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Παράλληλα, η Τράπεζα επενδύει έμμεσα στον κλάδο μέσω συμμετοχών σε επενδυτικά σχήματα με αντίστοιχα χαρακτηριστικά, όπως ενδεικτικά το Hilton, η Prodea και η Skyline, συν-επενδύοντας σε μεγάλα έργα real estate και αντλώντας προστιθέμενη αξία από εξειδικευμένες ομάδες διαχείρισης.
Οι επενδύσεις αυτές δημιουργούν συνέργειες με τη βασική τραπεζική δραστηριότητα, καθώς η Alpha Bank χρηματοδοτεί διαχρονικά έργα και επενδύσεις στον τομέα των ακινήτων.
Το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο ακινήτων της Alpha Bank αναμένεται να αποφέρει σημαντικά έσοδα από μισθώσεις, τα οποία εκτιμώνται σε τουλάχιστον 𝟓𝟎.𝟎𝟎𝟎.𝟎𝟎𝟎€ 𝛆𝛋𝛂𝛕. 𝛆𝛖𝛒ώ για το 2026, προσφέροντας ελκυστικές αποδόσεις επί των απασχολούμενων κεφαλαίων και ενισχύοντας τη συνολική προβλεψιμότητα των αποτελεσμάτων του Ομίλου.
Φορέας υλοποίησης της επενδυτικής στρατηγικής στον τομέα των ακινήτων είναι η θυγατρική Alpha Real Estate Services (ARES), η οποία παρέχει ολοκληρωμένες υπηρεσίες διαχείρισης ακινήτων τόσο εντός του Ομίλου όσο και σε τρίτους ιδιωτικούς φορείς και στο Δημόσιο.
Η ARES, ως πάροχος υπηρεσιών real estate, σε συνδυασμό με άλλες θυγατρικές του Ομίλου όπως η Alpha Asset Management, συμβάλλει στην περαιτέρω διαφοροποίηση των εσόδων του Ομίλου μέσω προμηθειών και αμοιβών διαχείρισης.
Ενα χαρτοφυλάκιο με μακροπρόθεσμη αξία κατά τη διάρκεια του 2025, η Alpha Bank ολοκλήρωσε την εξαγορά σειράς εμβληματικών ακινήτων σταθερού εισοδήματος στην Ελλάδα και την Κύπρο, όπως μεταξύ άλλων τα κτίρια του υπουργείου Τουρισμού, Academy Gardens, Zara Ερμού, Lidl Μαρούσι, KPMG Λευκωσία κ.λπ., ενώ διαθέτει σημαντικό ανεκτέλεστο για το 2026.
𝝨𝞃𝝾 𝝿𝝺𝝰ί𝞂𝝸𝝾 𝝰𝞄𝞃ό 𝝴𝝼𝞃ά𝞂𝞂𝝴𝞃𝝰𝝸 𝝹𝝰𝝸 𝝶 𝝰𝝿ό𝝹𝞃𝝶𝞂𝝶 𝞃𝝾𝞄 𝝰𝝹𝝸𝝼ή𝞃𝝾𝞄 𝝡𝝞𝝢𝝞𝝤𝝢 𝞂𝞃𝝾 𝝹έ𝝼𝞃𝞀𝝾 𝞃𝝶ς 𝝖𝝷ή𝝼𝝰ς, ενός σύγχρονου, πλήρως ανακαινισμένου ακινήτου μικτών χρήσεων, που ανταποκρίνεται στα βασικά επενδυτικά κριτήρια της Τράπεζας.
Η συγκρότηση ενός εκτεταμένου χαρτοφυλακίου ακινήτων υψηλής ποιότητας βελτιώνει τη συνολική ανθεκτικότητα των αποτελεσμάτων του Ομίλου και προσφέρει στρατηγική ευελιξία για τα επόμενα χρόνια»






