Παρασκευή , 21 Αύγουστος 2026
Home SLIDER Το νέο αμυντικό δόγμα της Ελλάδας και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις
SLIDERΕΛΛΑΔΑ

Το νέο αμυντικό δόγμα της Ελλάδας και οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις

Του Κωνσταντίνου Κύπριου

Αντιαεροπορικός θόλος, drones, ιπτάμενα τάνκερ, ηλεκτρομαγνητικά συστήματα και συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας άνω του 25% συνθέτουν το νέο αμυντικό δόγμα της χώρας. Πρόκειται για μέρος μιας νέας αποτρεπτικής πολιτικής, η οποία έχει ως στόχο την ενίσχυση της πολιτικής, διπλωματικής και στρατιωτικής θέσης τ`ης Ελλάδας. Είναι αυτό αναγκαίο; Η απάντηση είναι πασιφανής. Και αυτό γιατί δεν πρόκειται μόνο για το ζήτημα της τουρκικής επεκτατικότητας, στο πλαίσιο του νεοοθωμανισμού, που εκδηλώνεται με την παρουσία και τη δημιουργία βάσεων ή στρατιωτικών ερεισμάτων στην Αλβανία, τη Λιβύη, τη Συρία, το Αζερμπαϊτζάν και αλλού. Αφορά, ταυτόχρονα, και τις γενικότερες ανακατατάξεις που συντελούνται στην παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα.

Πλέον είναι πασιφανές ότι, σταδιακά, μεταβαίνουμε από ένα σύστημα που χαρακτηριζόταν από την κυριαρχία μίας υπερδύναμης σε ένα νέο πεδίο ανταγωνισμού. Όπως είχε προβλέψει και ο Σάμουελ Χάντινγκτον, άλλες δυνάμεις μικρότερου βεληνεκούς θα επιχειρούσαν να αμφισβητήσουν την πρωτοκαθεδρία της υπερδύναμης. Ακόμη και αν οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η κυρίαρχη στρατιωτική και οικονομική δύναμη, με έναν αμυντικό προϋπολογισμό τεράστιου μεγέθους, η ταυτόχρονη αντιμετώπιση πολλαπλών απειλών —για παράδειγμα, της Κίνας στον Ινδο-Ειρηνικό, της Ρωσίας στην Ευρώπη και άλλων περιφερειακών προκλήσεων— είναι πιθανό να οδηγήσει σε κορεσμό των δυνατοτήτων τους να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα μια επιπλέον απειλή, λόγου χάρη στη Δυτική ή την Ανατολική Αφρική.

Ως αποτέλεσμα, ο Χάντινγκτον είχε προβλέψει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα χρειάζονταν να βασιστούν περισσότερο σε περιφερειακές δυνάμεις και συμμάχους. Έναν τέτοιο ρόλο επιδίωκε να αναλάβει για τον εαυτό της η Τουρκία, επιχειρώντας να καταστεί περιφερειακή δύναμη με ευρύτερη επιρροή. Από το σημείο αυτό και μετά, εισερχόμαστε σε μια διαφορετική περίοδο του παγκόσμιου πολιτικου συστήματος. Το σύστημα αυτό μπορεί να κατηγοριοποιηθεί σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους: από την εποχή που ακολούθησε τη Συνθήκη της Βεστφαλίας και τον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων, μέχρι τη σύγκρουση των ιδεολογιών που ακολούθησε το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με την αντιπαράθεση Ηνωμένων Πολιτειών και Σοβιετικής Ένωσης, και στη συνέχεια την περίοδο της αμερικανικής κυριαρχίας που ακολούθησε την πτώση της ΕΣΣΔ το 1991.

Τώρα, όπως είχε προβλέψει ο Χάντινγκτον, εισερχόμαστε σε ένα νέο, πολυπολικό σύστημα. Δεν πρόκειται, ωστόσο, κατ’ ανάγκην για το σύστημα της ‘σύγκρουσης των πολιτισμών»’ δηλαδή για μια πάλη μεταξύ στρατοπέδων που προσδιορίζονται αποκλειστικά από θρησκευτικές ή πολιτισμικές ταυτότητες —την Ορθοδοξία, τον Καθολικισμό και το Ισλάμ— αλλά για μια νέα περίοδο γεωπολιτικού ανταγωνισμού. Η σημερινή κατάσταση παρουσιάζει ομοιότητες με τον ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών δυνάμεων κατά την περίοδο της αποικιακής επέκτασης στην Αφρική, αλλά και με τη διαμόρφωση των δύο μεγάλων στρατοπέδων πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δημιουργείται, δηλαδή, ένα σύστημα στο οποίο συνυπάρχουν και ανταγωνίζονται διαφορετικοί πόλοι ισχύος, μεταξύ των οποίων οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και άλλες αναδυόμενες δυνάμεις.

Παράλληλα, διαμορφώνονται σταδιακά νέες στρατηγικές συμπράξεις και εν δυνάμει στρατόπεδα, όπως η σύμπλευση Ρωσίας και Κίνας, αλλά και οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με ευρωπαϊκές δυνάμεις, την Ιαπωνία, την Ινδία και άλλους εταίρους. Πρόκειται για ένα σύνθετο και διαρκώς μεταβαλλόμενο σύστημα, στο οποίο οι συμμαχίες δεν είναι απαραίτητα σταθερές, αλλά διαμορφώνονται ανάλογα με τα συμφέροντα κάθε δύναμης. Σε αυτό το πλαίσιο, οι «τεκτονικές πλάκες» του παγκόσμιου συστήματος μετακινούνται, με αποτέλεσμα σοβαρές ανακατατάξεις και αλλαγές που δημιουργούν νέες προκλήσεις για τη διεθνή και περιφερειακή ασφάλεια. Οι εξελίξεις στη Λιβύη, τη Συρία και την Υεμένη αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα, ενώ παράλληλα λαμβάνει μέρος και η προσπάθεια ανάδειξης νέων περιφερειακών δυνάμεων.

Ένα ιστορικό προηγούμενο αποτελεί η ανάδειξη της Ιαπωνίας σε μεγάλη δύναμη κατά την περίοδο 1905–1918. Έναν αντίστοιχο ρόλο επιδιώκει πλέον να διαδραματίσει και η Τουρκία για τον εαυτό της. Δεν επιδιώκει πλέον απλώς να αποτελέσει ένα κράτος-σύμμαχο ή ένα προκεχωρημένο φυλάκιο της Δύσης, αλλά, με αφετηρία και τις πολιτικές που είχαν διαμορφωθεί ήδη από την εποχή του Τουργκούτ Οζάλ, να εξελιχθεί σε αυτόνομη περιφερειακή δύναμη, μεγέθους και επιρροής αντίστοιχης με εκείνης της Ιταλίας ή της Γαλλίας. Η ναυπήγηση αεροπλανοφόρου αντίστοιχου μεγέθους εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική.

Εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, η Ελλάδα θα πρέπει να κινηθεί και να δράσει προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα και τα δικαιώματά της. Δεδομένης τόσο της φύσης των απειλών όσο και της γεωγραφικής έκτασης του χώρου τον οποίο καλείται να υπερασπιστεί, απαιτούνται αντίστοιχες κινήσεις και μια συνολική στρατηγική. Ποιες θα πρέπει να είναι αυτές; Πρώτα απ’ όλα, ένα ισχυρό και συνεκτικό εξοπλιστικό πρόγραμμα, ο οποίο δεν θα αποτελεί απλώς μια συσσώρευση οπλικών συστημάτων, αλλά θα εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη στρατηγική αντίληψη και θα ενισχύει παράλληλα τις διεθνείς συμμαχίες της χώρας.

Εντός του συγκεκριμένου πλαισίου οι κινήσεις προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, αλλά και προς την Ιταλία και τη Γαλλία, αποτελούν στρατηγικές επιλογές που μπορούν να μας προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα. Οι συγκεκριμένες χώρες διαθέτουν οπλικά και τεχνολογικά συστήματα που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Ελλάδα, καθώς διαθέτουν κοινά ή συγκλίνοντα συμφέροντα στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Σε αυτό το πλαίσιο, το εξοπλιστικό πρόγραμμα που έχει εκπονηθεί, με τα οπλικά συστήματα που πρόκειται να αποκτηθούν, αποτελεί μια απάντηση στις ανάγκες που δημιουργούν η σημερινή κατάσταση, η γεωγραφία και οι στρατηγικές επιδιώξεις της χώρας. Στόχος είναι η διαμόρφωση μιας αμυντικής ικανότητας που θα επιτρέψει στην Ελλάδα να υλοποιήσει αποτελεσματικότερα την εθνική της πολιτική, να ενισχύσει την αποτρεπτική της ισχύ και, παράλληλα, να αναβαθμίσει τη θέση της στο νέο, διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές σύστημα.

 

Anti-aircraft/air-defense umbrella, drones, airborne tankers, electromagnetic systems, and more than 25% participation by the Greek defense industry constitute parts of the country’s new defense doctrine. This is part of a new deterrence policy aimed at strengthening Greece’s political, diplomatic, and military position. Is this necessary? The answer is obvious. This is because the issue is not limited to Turkish expansionism, within the framework of neo-Ottomanism, which is manifested through the presence and establishment of bases and military footholds in Albania, Libya, Syria, Azerbaijan, and elsewhere. At the same time, it also concerns the broader shifts taking place on the global geopolitical chessboard.

It is now obvious that we are gradually moving from a system characterized by the dominance of a single superpower toward a new field of competition. As Samuel Huntington had predicted, other powers of lesser reach would seek to challenge the primacy of the superpower. Even if the United States remains the dominant military and economic power, with a defense budget of enormous size, simultaneously dealing with multiple threats—for example, China in the Indo-Pacific, Russia in Europe, and other regional challenges—is likely to lead to a saturation of its capacity to address an additional threat at the same time, for instance in West or East Africa.

As a result, Huntington had predicted that the United States would need to rely more heavily on regional powers and allies. Turkey sought to assume such a role for itself, attempting to become a regional power with broader influence. From this point onward, we are entering a different period of the global political system. This system can be categorized into different historical periods: from the era following the Treaty of Westphalia and the competition among European powers, to the clash of ideologies that followed the end of World War II, with the confrontation between the United States and the Soviet Union, and subsequently the period of American dominance that followed the collapse of the USSR in 1991.

Now, as Huntington had predicted, we are entering a new, more multipolar system. This is not necessarily the system of the “clash of civilizations”—that is, a struggle between blocs defined exclusively by religious or cultural identities such as Orthodoxy, Catholicism, and Islam—but rather a new period of geopolitical competition. The current situation bears similarities to the competition among European powers during the period of colonial expansion in Africa, as well as to the formation of the two major blocs before World War I. In other words, a system is emerging in which different centers of power coexist and compete, including the United States, the European Union, China, Russia, India, and other emerging powers.

At the same time, new strategic partnerships and potential blocs are gradually taking shape, such as the alignment between Russia and China, as well as the relationships between the United States and European powers, Japan, India, and other partners. This is a complex and constantly changing system in which alliances are not necessarily stable, but are shaped according to the interests of each power. Within this framework, the “tectonic plates” of the global system are shifting, resulting in major realignments and changes that create new challenges for international and regional security. Developments in Libya, Syria, and Yemen are characteristic examples, while there is also an ongoing effort by new regional powers to emerge.

A historical precedent is the emergence of Japan as a major power during the period from 1905 to 1918. Turkey now seeks to play a similar role for itself. It no longer seeks merely to be an allied state or an advanced outpost of the West, but, building on policies that had already taken shape during the era of Turgut Özal, aims to develop into an autonomous regional power, with a size and influence comparable to those of Italy or France. The construction of an aircraft carrier of comparable size fits precisely into this logic.

Within this particular framework, Greece must move and act in order to protect its interests and rights. Given both the nature of the threats and the geographical extent of the area it is called upon to defend, corresponding measures and an overall strategy is required.What should these measures be? First and foremost, a strong and coherent defense procurement program, one that is not simply an accumulation of weapons systems, but is integrated into a specific strategic concept while simultaneously strengthening the country’s international alliances.

Within this framework, moves toward the United States and Israel, as well as toward Italy and France, constitute strategic choices that can offer us significant advantages. These countries possess weapons and technological systems that meet the needs of the Greek Armed Forces, while at the same time being of particular interest to Greece, as they share common or converging interests in the broader Eastern Mediterranean region.Within this context, the defense procurement program that has been developed, including the weapons systems to be acquired, constitutes a response to the needs arising from the current situation, the country’s geography, and its strategic objectives. The aim is to establish a defense capability that will enable Greece to implement its national policy more effectively, strengthen its deterrent power, and, at the same time, enhance its position within the new and constantly evolving international system.

Ο Κωνσταντίνος Κύπριος είναι κάτοχος Πτυχίου Επίλυσης Κρίσεων/Ειρήνευσης του Πανεπιστημίου του Bradford και Μεταπτυχιακού τίτλου στον τομέα Ανάλυσης Άμυνας και Ασφάλειας του Πανεπιστημίου του Lancaster. Έχει διατελέσει αναλυτής/ερευνητής στο Ινστιτούτο Αμυντικών Αναλύσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με καθήκοντα την παροχή αντιλήψεων, απόψεων και αναλύσεων στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας και το Επιτελείο του.

 

Related Articles