Του Κωνσταντίνου Κύπριου
Η ανάπτυξη του διεθνούς εμπορίου αποτελεί διαχρονικά έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες οικονομικής ευημερίας για τα κράτη που διαθέτουν στρατηγική γεωγραφική θέση. Η Ελλάδα, χάρη στη θέση της στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων και στον ιστορικό της ρόλο στη ναυτιλία, διαθέτει σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, τα οποία μπορούν να αξιοποιηθούν ακόμη περισσότερο προς όφελος της εθνικής οικονομίας.
Τα τελευταία χρόνια η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με διαδοχικές κρίσεις. Μετά την πανδημία, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τις ενεργειακές αναταράξεις, οι συγκορούσεις και η αστάθεια που προκαλείται στην περιοχή της Ερυθράς Θάλασσας και της Υεμένης έχει δημιουργήσει νέες καταστάσεις στις διεθνείς θαλάσσιες μεταφορές. Οι επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων στην περιοχή οδήγησαν πολλές ναυτιλιακές εταιρείες να αποφεύγουν τη διέλευση από τη Διώρυγα του Σουέζ, επιλέγοντας τον περίπλου της Αφρικής μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας. Η εξέλιξη αυτή αυξάνει σημαντικά τον χρόνο μεταφοράς, το κόστος των καυσίμων, τα ασφάλιστρα των πλοίων και τελικά το κόστος των προϊόντων που φτάνουν στις ευρωπαϊκές αγορές.
Η σημασία λοιπόν της περιοχής για την παγκόσμια οικονομία είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς μέσω της Διώρυγας του Σουέζ διέρχεται σημαντικό ποσοστό του παγκόσμιου θαλάσσιου πετρελαικου και το μεγαλύτερο μέρος των εμπορευματικών ροών μεταξύ Ασίας και Ευρώπης. Παράλληλα, από την ευρύτερη περιοχή του Περσικού Κόλπου διακινείται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, γεγονός που καθιστά οποιαδήποτε αναταραχή ιδιαίτερα σημαντική για τις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία. Η ελληνική ναυτιλία αποτελεί μία από τις ισχυρότερες παγκοσμίως, ενώ οι ελληνικοί λιμένες λειτουργούν ως βασικές πύλες εισόδου και εξόδου εμπορευμάτων προς τη Νοτιοανατολική και την Κεντρική Ευρώπη. Οι λιμένες του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης, του Βόλου, της Αλεξανδρούπολης, της Καβάλας και άλλων πόλεων μπορούν να αποτελέσουν ένα ολοκληρωμένο δίκτυο μεταφορών, συνδέοντας τις θαλάσσιες μεταφορές με τους οδικούς και σιδηροδρομικούς άξονες της κεντρικής και νοτιοανατολικής ευρωπαϊκής ενδοχώρας και εξυπηρετώντας με άνεση τις απαιτήσεις του όγκου του εμπορίου που πρέπει να μεταφερθεί.
Η γεωπολιτική σημασία των ελληνικών λιμένων δεν είναι νέα. Από τις αρχές του 20ού αιώνα, η Θεσσαλονίκη αποτελούσε αντικείμενο έντονου ενδιαφέροντος από τα κράτη της Βαλκανικής, καθώς αποτελούσε τη σημαντικότερη θαλάσσια έξοδο πολλών χωρών της Κεντρικής Ευρώπης προς το Αιγαίο, την Μεσόγειο και κα’ επέκταση τον Ατλαντικό και την Ανατολική Μεσόγειο. Η οικονομική σημασία του λιμένα υπήρξε τόσο μεγάλη ώστε αποτέλεσε αντικείμενο διεθνών διαπραγματεύσεων και διπλωματικών πιέσεων, γεγονός που αποδεικνύει ότι η γεωγραφία εξακολουθεί να επηρεάζει καθοριστικά τις οικονομικές εξελίξεις. Όταν μάλιστα με βάση την αντιπαράθεση του 1927 μεταξύ Σερβίας και Ελλάδος βρέθηκαν τα δύο κράτη στα πρόθυρα πολέμου, ακόμα και η τσεχοσλοβακία επενέβει στην διένηξη που έλειξε με παρέμβαση της Ιταλίας.
Σήμερα, η σημασία αυτή ενισχύεται ακόμη περισσότερο λόγω της ανάπτυξης των συνδυασμένων μεταφορών (multimodal transport). Η περαιτέρω ανάπτυξη και σύνδεση των λιμένων με βάση σύγχρονων σιδηροδρομικών γραμμών και αυτοκινητοδρόμους επιτρέπει τη γρήγορη και μαζική μεταφορά εμπορευμάτων από τα πλοία προς τις αγορές της Βαλκανικής, της Κεντρικής Ευρώπης και της Ανατολικής Ευρώπης. Με τον τρόπο αυτό μειώνεται ο χρόνος μεταφοράς, περιορίζεται το κόστος και αυξάνεται η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών υποδομών.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο λιμένας του Πειραιά, ο οποίος μετά τις σημαντικές επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν τα τελευταία χρόνια εξελίχθηκε σε έναν από τους μεγαλύτερους διαμετακομιστικούς κόμβους της Μεσογείου. Η λειτουργία του ως κέντρου μεταφόρτωσης (transshipment hub) επιτρέπει τη μεταφορά φορτίων από μεγάλα υπερωκεάνια πλοία σε μικρότερα πλοία που εξυπηρετούν δεκάδες λιμένες της Ανατολικής Μεσογείου και της Μαύρης Θάλασσας. Η πρακτική αυτή δημιουργεί σημαντική προστιθέμενη αξία για την ελληνική οικονομία, αυξάνοντας τη ζήτηση για λιμενικές υπηρεσίες, αποθήκευση, εφοδιασμό και μεταφορές.
Παράλληλα, ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι προοπτικές ανάπτυξης της ναυπηγοεπισκευαστικής βιομηχανίας. Χιλιάδες πλοία διέρχονται κάθε χρόνο από τη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Σουέζ, Αδριατικής, Μαύρης Θάλασσας και Γιβραλτάρ. Η ύπαρξη σύγχρονων ναυπηγοεπισκευαστικών εγκαταστάσεων μπορεί να προσελκύσει μεγάλο αριθμό πλοίων για συντήρηση, επισκευές, τεχνικές αναβαθμίσεις και μετασκευές. Η δραστηριότητα αυτή δημιουργεί χιλιάδες άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας σε μηχανικούς, τεχνίτες, ηλεκτρολόγους, ναυπηγούς, μεταφορείς και δεκάδες ακόμη επαγγελματικές ειδικότητες.
Οι ξένες επενδύσεις στους ελληνικούς λιμένες και στις συναφείς υποδομές συμβάλλουν επίσης στην εισροή νέων κεφαλαίων στην ελληνική οικονομία. Τα κεφάλαια αυτά δεν αποτελούν ανακύκλωση του εγχώριου πλούτου, αλλά νέα οικονομική αξία που εισέρχεται στη χώρα, αυξάνοντας το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, τα φορολογικά έσοδα και την απασχόληση. Παράλληλα, η ανάπτυξη του εμπορίου με χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενισχύει τα τελωνειακά έσοδα και συμβάλλει στη βελτίωση του ισοζυγίου υπηρεσιών.
Η ανάπτυξη των λιμένων όμως δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ολοκλήρωση των μεγάλων σιδηροδρομικών έργων και οδικών υποδομών, καθώς και η δημιουργία σύγχρονων εμπορευματικών κέντρων (logistics hubs). Τα κέντρα αυτά θα επιτρέψουν την προσωρινή αποθήκευση, τη διαλογή, τη συσκευασία και την αναδιανομή προϊόντων, μετατρέποντας την Ελλάδα σε περιφερειακό κόμβο εμπορίου για ολόκληρη τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Οι θετικές επιπτώσεις επεκτείνονται και στην τοπική οικονομία. Η αύξηση της εμπορικής δραστηριότητας δημιουργεί αυξημένη ζήτηση για κατασκευαστικές εταιρείες, εταιρείες μεταφορών, εταιρείες πληροφορικής, υπηρεσίες ασφάλειας, ξενοδοχεία, εστιατόρια, εμπορικά καταστήματα και πλήθος άλλων επιχειρήσεων. Πρόκειται για έναν πολλαπλασιαστικό μηχανισμό ανάπτυξης, όπου κάθε νέα επένδυση δημιουργεί πρόσθετη οικονομική δραστηριότητα σε πολλούς διαφορετικούς κλάδους.
Παράλληλα, η πράσινη μετάβαση της ναυτιλίας δημιουργεί νέες ευκαιρίες. Η ανάπτυξη υποδομών για ηλεκτροδότηση πλοίων από την ξηρά, εγκαταστάσεις ανεφοδιασμού με εναλλακτικά καύσιμα, όπως LNG, μεθανόλη ή υδρογόνο, καθώς και η ψηφιοποίηση των λιμενικών υπηρεσιών, μπορούν να καταστήσουν τα ελληνικά λιμάνια πρωτοπόρα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.
Η Ελλάδα διαθέτει όλα τα απαραίτητα συγκριτικά πλεονεκτήματα: ισχυρή ναυτιλιακή παράδοση, στρατηγική γεωγραφική θέση, έμπειρο ανθρώπινο δυναμικό και λιμένες με μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης. Με σωστό σχεδιασμό, σταθερό επενδυτικό περιβάλλον και ολοκληρωμένη αναβάθμιση των υποδομών μεταφορών, το εμπόριο μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες βιώσιμης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κατά τις επόμενες δεκαετίες.
Η αξιοποίηση αυτών των δυνατοτήτων δεν αποτελεί μόνο οικονομική επιλογή αλλά και στρατηγική εθνικής σημασίας. Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένου ανταγωνισμού και γεωπολιτικών μεταβολών, η Ελλάδα έχει την ευκαιρία να εδραιωθεί ως ο σημαντικότερος κόμβος εμπορίου, μεταφορών και logistics της Ανατολικής Μεσογείου, ενισχύοντας την οικονομική της ισχύ, τη διεθνή της θέση και την ευημερία των πολιτών της.
Ο Κωνσταντίνος Κύπριος είναι κάτοχος Πτυχίου Επίλυσης Κρίσεων/Ειρήνευσης του Πανεπιστημίου του Bradford και Μεταπτυχιακού τίτλου στον τομέα Ανάλυσης Άμυνας και Ασφάλειας του Πανεπιστημίου του Lancaster. Έχει διατελέσει αναλυτής/ερευνητής στο Ινστιτούτο Αμυντικών Αναλύσεων του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας με καθήκοντα την παροχή αντιλήψεων, απόψεων και αναλύσεων στον Υπουργό Εθνικής Άμυνας και το Επιτελείο του