Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς, ενόψει του χειμώνα, εκφράζει έντονη ανησυχία για μια νέα ενεργειακή δοκιμασία, η οποία απειλεί να απορροφήσει σημαντικό μέρος της αύξησης των εισοδημάτων, να περιορίσει την κατανάλωση και να επιβαρύνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων. Η σύγκριση του 2025 με το 2026 αναδεικνύει το πραγματικό εύρος του προβλήματος, αφού δεν αυξάνεται μόνο η τιμή των καυσίμων, αλλά δημιουργείται μια αλυσιδωτή επιβάρυνση στην παραγωγή, στις μεταφορές, στο εμπόριο και στις τιμές των προϊόντων.
Πρώτη μεγάλη επιβάρυνση είναι τα καύσιμα κίνησης. Η βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης επηρεάζουν καθημερινά εκατομμύρια μετακινήσεις, αλλά και ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Με ενδεικτική ετήσια κατανάλωση περίπου 3 δισ. λίτρων βενζίνης και 3,5 δισ. λίτρων πετρελαίου κίνησης, κάθε αύξηση της μέσης τιμής αντιστοιχεί σε πρόσθετη ετήσια δαπάνη, εφόσον οι ποσότητες παραμείνουν σταθερές. Η αύξηση της δαπάνης το 2026 κατά 33%, σύμφωνα με υπολογισμούς σημερινών τιμών, συνεπάγεται επιβάρυνση 2 δισ. ευρώ στο diesel και 1,35 δισ. ευρώ στην αμόλυβδη σε ετήσια βάση.
Δεύτερη πηγή ανησυχίας είναι το πετρέλαιο θέρμανσης. Η περίοδος διάθεσης του Οκτωβρίου 2025 ξεκίνησε στην Αττική κοντά στο 1,10 ευρώ το λίτρο και έκλεισε τον Απρίλιο του 2026 στα 1,75 ευρώ, ενώ οι εκτιμήσεις πριν από την έναρξη της φετινής περιόδου έφθαναν ακόμη και στο 1,92 ευρώ. Μετά τις κυβερνητικές παρεμβάσεις, η φετινή αρχική τιμή διάθεσης ξεκινά στα 1,55 ευρώ. Σε εθνικό επίπεδο, με την προσέγγιση της περυσινής ετήσιας κατανάλωσης των 1,05 δισ. λίτρων, η αντίστοιχη συνολική δαπάνη θα είναι 1,63 δισ. ευρώ, ενώ η φετινή πρόσθετη δαπάνη θα ανέλθει σε 390 εκατ. ευρώ.
Τρίτη παράμετρος είναι το φυσικό αέριο. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΔΕΣΦΑ, η εγχώρια κατανάλωση ανήλθε, το 2025, σε 70,16 TWh, έναντι 66,20 TWh το 2024. Για το 2026, εάν χρησιμοποιήσουμε ως βάση εργασίας ετήσια κατανάλωση 68 TWh, κάθε αύξηση της τιμής προμήθειας κατά 10 ευρώ/MWh συνεπάγεται πρόσθετο κόστος από 680 εκατ. ευρώ έως 1,3 δισ. ευρώ. Επομένως, ένα δυσμενές σενάριο αύξησης 25% μεταφράζεται σε ετήσια δαπάνη από 2,8 δις ευρώ σε περίπου 3,5 δις ευρώ, δηλαδή 700 εκατ. ευρώ πρόσθετης ετήσιας αξίας φυσικού αερίου. Η επιβάρυνση αφορά την αξία της ενέργειας και όχι το σύνολο των τελικών λογαριασμών.
Τέταρτη και ιδιαίτερα κρίσιμη παράμετρος είναι η ηλεκτρική ενέργεια το κόστος της οποίας έχει αυξηθεί 15%. Η ετήσια ζήτηση στην Ελλάδα διαμορφώθηκε το 2025 περίπου στις 54 TWh. Με αυτό το επίπεδο κατανάλωσης, κάθε αύξηση κατά 10 ευρώ/MWh στην τιμή ηλεκτρικής ενέργειας αντιστοιχεί αριθμητικά σε 540 εκατ. ευρώ ετήσιας επιβάρυνσης. Εάν η αύξηση φθάσει τα 20 ευρώ/MWh, η διαφορά θα φτάσει το 1,08 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ενδεικτική αποτίμηση της μεταβολής τιμής επί της συνολικής κατανάλωσης, καθώς οι πραγματικοί λογαριασμοί επηρεάζονται από τα συμβόλαια, τα τιμολόγια, τις ρυθμιζόμενες χρεώσεις και τα μέτρα στήριξης.
Η ουσιαστική πρόκληση είναι η σωστή αποτίμηση του συνολικού πρόσθετου κόστους που, εάν αθροιζόταν, θα έφτανε τα 5,6 δισ. ευρώ. Αναλυτικά, με τις τρέχουσες τιμές στα υγρά καύσιμα, ανέρχεται στα 3,9 δισ. ευρώ και σύμφωνα με τις μεσοσταθμικές τιμές, εκτιμάται σε σχεδόν 1 δισ. ευρώ για το ρεύμα και άνω των 700 εκατ. ευρώ για το φυσικό αέριο. Δεν μπορούμε, βεβαίως, να προσθέτουμε εξ´ολοκλήρου την επιβάρυνση του φυσικού αερίου με εκείνη του ηλεκτρικού ρεύματος, επειδή σημαντικό μέρος του αερίου χρησιμοποιείται στην ηλεκτροπαραγωγή. Διαφορετικά, θα υπολογίζαμε δύο φορές μέρος του ίδιου ενεργειακού κόστους. Επίσης, οι υπολογισμοί του Ε.Β.Ε.Π. στον συνημμένο πίνακα*, σε ετήσια βάση, αποτελούν πρόβλεψη ότι οι σημερινές υψηλές τιμές θα διατηρηθούν μεσοσταθμικά μέχρι τέλος του έτους.
Το προϋπολογισμένο ποσό των 270 εκατ. ευρώ για το επίδομα θέρμανσης της χειμερινής περιόδου 2025–2026, αφορούσε όλες τις επιδοτούμενες μορφές θέρμανσης. Για τη νέα περίοδο 2026–2027, από τις 15 Οκτωβρίου, οριστικοποιείται το νέο συνολικό κονδύλι με αύξηση 30% του επιδόματος και την ξεχωριστή επιδότηση του πετρελαίου θέρμανσης στην αντλία. Επομένως, για τη νέα περίοδο, το επίδομα θέρμανσης θα ανέρχεται σε περίπου 350 εκατ. ευρώ. Σύμφωνα με την τελευταία κυβερνητική αποτίμηση, η οποία περιλαμβάνει τις παρατάσεις των μέτρων έως τις 15 Οκτωβρίου, η επιδότηση του diesel κίνησης ανέρχεται σε 216 εκατ. ευρώ και με τα 113 εκατ. ευρώ για το Fuel Pass Απριλίου-Μαΐου, η συνολική μέχρι τώρα επιδότηση για τα καύσιμα κίνησης ανέρχεται στα 329 εκατ. ευρώ.
Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, όμως, η πίεση συνεχίζει να είναι πολυδιάστατη. Αυξάνεται το κόστος μεταφοράς εμπορευμάτων, ψύξης, θέρμανσης, αποθήκευσης και παραγωγής, ενώ περιορίζεται η αγοραστική δύναμη των πελατών. Η ενεργειακή ακρίβεια μεταφέρεται σταδιακά στα τρόφιμα και στις υπηρεσίες, δυσχεραίνοντας την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Ταυτόχρονα, η ανάγκη χρηματοδότησης ακριβότερων αποθεμάτων επιβαρύνει την ρευστότητα.
Ο πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Π., Βασίλης Κορκίδης, δήλωσε: «Τόσο η κυβέρνηση, όσο και τα διυλιστήρια “έβαλαν πλάτη” για την συγκράτηση της τιμής του πετρελαίου, ενώ σημαντική είναι και η αύξηση, κατά 30%, του επιδόματος θέρμανσης. Ωστόσο, η αντιμετώπιση της κατάστασης απαιτεί συνδυασμό στοχευμένων παρεμβάσεων για συγκράτηση των τιμών θέρμανσης, στήριξη των επαγγελματικών μεταφορών, προσιτά τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας, ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας και πρόσβαση σε χρηματοδότηση για αυτοπαραγωγή και αποθήκευση ενέργειας. Το συμπέρασμα είναι ότι η ενεργειακή κρίση δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται από την Ε.Ε. μόνο ως πρόβλημα τιμών, αλλά ως πρόβλημα ανταγωνιστικότητας και διαθέσιμου εισοδήματος. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται έκτακτα μέτρα και την αξιοποίηση των πρόσθετων εσόδων ΦΠΑ για την ενεργειακή προστασία της παραγωγικής της βάσης. Διότι, κάθε πρόσθετο ευρώ στην ενέργεια είναι ένα ευρώ λιγότερο στη κατανάλωση.»







