Με τον αναιρετικό έλεγχο δεν κρίνεται η βασιμότητα των αξιώσεων των διαδίκων, αλλά ελέγχεται η τήρηση της νομιμότητας από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και ο έλεγχος αυτός δεν μπορεί να υφίσταται περιορισμό με καθαρά οικονομικά κριτήρια.
Η προτεινόμενη διάταξη, εκτός των άλλων, εισάγει ένα πρωτοφανές όριο που δεν συνδέεται με το αντικείμενο της δίκης, αλλά με την ίδια τη δικαστική κρίση του ελεγχόμενου δικαστηρίου, με αποτέλεσμα, αφενός, να δημιουργεί πολλά δικονομικά παράδοξα και, αφετέρου, να δίνει παντελώς ανεπίτρεπτα τη δικονομική δυνατότητα στο ίδιο το Δικαστήριο να κρίνει αν θα υπαχθεί ή όχι σε αναιρετικό έλεγχο.
Ο προτεινόμενος περιορισμός του δικαιώματος αναίρεσης βάλλει ευθέως κατά της συνταγματικά κατοχυρωμένης αποτελεσματικής προσφυγής των πολιτών σε δικαστική προστασία, έχει πολύ αρνητικό κοινωνικό αποτύπωμα, καθώς υποβαθμίζει δικονομικά υποθέσεις μικρότερου χρηματικού αντικειμένου που, όμως, μπορεί να έχουν μεγάλη οικονομική σημασία για τους διαδίκους, υπονομεύει τον ρόλο της νομολογίας στην ενιαία αντιμετώπιση δυσχερών νομικών ζητημάτων, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν συνδέονται με χρηματικά όρια, και θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια δικαίου.
Η νομική κοινότητα, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Αρείου Πάγου, πρέπει να αντιταχθεί στη διάταξη αυτή που υποβαθμίζει ανεπίτρεπτα το κύρος και τον ρόλο του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα της νομιμότητας, της ορθής εφαρμογής των κανόνων ουσιαστικού δικαίου και των θεμελιωδών δικονομικών εγγυήσεων, η προστασία των οποίων δεν γνωρίζει χρηματικά όρια.
Ο Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιά ζητά την άμεση απόσυρση της διάταξης και την έναρξη διαλόγου με την ηγεσία του Υπουργείου Δικαιοσύνης και όλη τη νομική κοινότητα για την αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων αντιμετωπίζει ο Άρειος Πάγος χωρίς περιστολή δικονομικών δικαιωμάτων και χωρίς περιορισμό του αναγκαίου ελέγχου της νομιμότητας.
| Ο Πρόεδρος | Ο Γενικός Γραμματέας |
| Ηλίας Ι. Κλάππας | Ιωάννης Ζ. Βούτας |




