Από τον Ιωάννη Ηρειώτη Δικηγόρο, Αντιπρόεδρο της Ένωσης Ελλήνων Ποινικολόγων
“Στο πρόσφατο τεύχος του περιοδικού «Ποινική Δικαιοσύνη» δημοσιεύεται μελέτη μου υπό τον τίτλο: «Η εμβέλεια του τεκμηρίου αθωότητας σε συναφείς ποινικές διαδικασίες που έπονται της απαλλακτικής κρίσης – Με αφορμή την υπ’ αριθ. 1161/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου».
Στο επίκεντρο τίθεται η δεύτερη πτυχή (εξωτερική όψη) του τεκμηρίου αθωότητας, όπως έχει διαμορφωθεί από τα πορίσματα της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Η δε επίκληση του όρου «εμβέλεια» του τεκμηρίου φιλοδοξεί να αποτυπώσει την αρχή της διατήρησης των κεκτημένων και στην ποινική διαδικασία, καθώς το τεκμήριο αθωότητας μεταλλάσσεται από δικονομική εγγύηση σε δικαίωμα, προκειμένου να «διατηρηθεί» η ήδη κεκτημένη αθώωση.
Αφορμή για την προσέγγιση του τεκμηρίου αθωότητας υπό το πρίσμα αυτό αποτέλεσε η υπ’ αριθ. 1161/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία «παρέλειψε» παντελώς να διατυπώσει οιαδήποτε σκέψη επί του ζητήματος, απορρίπτοντας, επί της ουσίας αναιτιολογήτως, τον σχετικό αναιρετικό λόγο.
Διά της επισκοπήσεως της ημεδαπής ποινικής νομολογίας εξετάζεται, λοιπόν, ο τρόπος με τον οποίο το τεκμήριο αθωότητας επιδρά – μετενεργεί ειδικώς σε επόμενη συναφή ποινική δίκη, με έμφαση στην «δικονομική συνέπεια» της επίδρασης αυτής στο επίπεδο του αναιρετικού ελέγχου.
Σε κάθε περίπτωση, ανεξαρτήτως του δικονομικού μέσου με το οποίο δύναται να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή προστασία του αθωωθέντος, κρίνεται σημαντικό να εδραιωθεί η πεποίθηση σε όλους τους παράγοντες της ποινικής δίκης και σε κάθε στάδιο αυτής, για τον ειλικρινή σεβασμό του τεκμηρίου και τη διαφύλαξη της αθώωσης. Ο σεβασμός, άλλωστε, όλων των εκφάνσεων του τεκμηρίου αθωότητας προϋποθέτει βαθύτερες διεργασίες, αποτελώντας έναν «ενδείκτη» της νομικής μας παιδείας και του νομικού μας πολιτισμού.”





