Από την Ελένη Λετώνη
Ηταν 9 Απριλίου 1870, Μεγάλη Πέμπτη, όταν συνέβη η περίφημη σφαγή στο Δήλεσι. Η Ελλάδα χαρακτηρίστηκε «φωλιά ληστών και πειρατών», «ντροπή για τον πολιτισμό» και «χώρα ημισλάβων, ημιελλήνων και ημιβαρβάρων», ενώ λίγο έλειψε να προκληθεί ακόμη και συμμαχική επέμβαση. Με δυο λόγια, εξευτελιστήκαμε πανευρωπαϊκώς.. Πηγή: Protagon.gr
9 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2026,
Βρισκόμαστε στο 1870. Ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ έχει συμπληρώσει εξίμισι χρόνια στον ελληνικό θρόνο και πρωθυπουργός είναι ο Θρασύβουλος Ζαΐμης. Ενα ωραίο ανοιξιάτικο πρωινό εκείνης της χρονιάς, συγκεκριμένα τη Δευτέρα 30 Μαρτίου, μια παρέα Ευρωπαίων ξεκίνησε από το Hotel d’Angleterre, δηλαδή το Ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας στην πλατεία Συντάγματος, για τον Μαραθώνα, προκειμένου να δουν το σημείο όπου έγινε η ιστορική μάχη των Περσικών Πολέμων. Ηταν ο λόρδος Μάνκαστερ, βετεράνος του Κριμαϊκού Πολέμου, μαζί με τη σύζυγό του λαίδη Μάνκαστερ, ο Φρέντερικ Βάινερ, κουνιάδος του γραμματέα του Υπουργικού Συμβουλίου της Μεγάλης Βρετανίας, ο Εντουαρντ Χέρμπερτ, γραμματέας της βρετανικής πρεσβείας στην Αθήνα, ο Εντουαρντ Λόιντ, δικηγόρος της Εταιρείας Σιδηροδρόμων Πειραιώς, μαζί με τη σύζυγό του και την πεντέμισι ετών κόρη τους, και ο κόμης Αλμπέρτο ντε Μπόιλ, γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας στην Αθήνα. Κατά την επιστροφή τους από τον Μαραθώνα, όμως, τους επιτέθηκε η διαβόητη συμμορία των Αρβανιτάκηδων και τους απήγαγε. Οταν τα νέα για την απαγωγή των ξένων περιηγητών έφτασαν στην Αθήνα, ξεσηκώθηκε θύελλα αντιδράσεων.
Η ελληνική κυβέρνηση και οι δυνάμεις ασφαλείας βρέθηκαν σε τρομερά δύσκολη θέση, αφού η απαγωγή των ξένων περιηγητών ήταν περίτρανη απόδειξη της πλήρους αδυναμίας των κρατικών υπηρεσιών να εγγυηθούν την ασφάλεια, ακόμη και σε απόσταση μιας ώρας από την πρωτεύουσα. Το γεγονός ότι τα θύματα της απαγωγής ήταν υψηλόβαθμοι ξένοι έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Πολύ σύντομα ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και τους ληστές. Οι Αρβανιτάκηδες μάλιστα ξεκίνησαν να απελευθερώνουν κάποιους από τους ομήρους, ώστε να μεταφέρουν και τα αιτήματά τους. Για την ακρίβεια, απελευθέρωσαν τη λαίδη Μάνκαστερ, τη κυρία Λόιντ μαζί με την κόρη της και αργότερα τον λόρδο Μάνκαστερ. Οι ληστές κατέληξαν να ζητούν 25.000 λίρες Αγγλίας και χορήγηση αμνηστίας. Και ενώ τα λύτρα δεν αποτελούσαν πρόβλημα, σοβαρότατο πρόβλημα αποτελούσε το ζήτημα της χορήγησης της αμνηστίας. Γιατί; Διότι αυτό που απαιτούσαν οι ληστές ήταν αντισυνταγματικό. Σύμφωνα με το άρθρο 39 του Συντάγματος του 1864, ο βασιλιάς μπορούσε να χορηγήσει αμνηστία, αλλά μόνο για πολιτικά εγκλήματα. Η παροχή χάριτος απαγορευόταν χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη και καταδίκη σε περιπτώσεις ποινικών υποθέσεων. Παράλληλα, η βρετανική κυβέρνηση ασκούσε ασφυκτικές πιέσεις προκειμένου να χορηγηθεί η αμνηστία. Μάλιστα, ο βρετανός υπουργός Εξωτερικών Κλάρεντον είχε δηλώσει στον έλληνα πρεσβευτή στο Λονδίνο ότι «το Ελληνικόν Σύνταγμα έχει παραβιασθή τόσο συχνά παρά της κυβερνήσεως ώστε δεν θα ηδυνάμην να δώσω προσοχήν εις πρόφασιν στηριζομένην επί τοιαύτης δικαιολογίας». Μας την είπε ξεκάθαρα… Κατά την έβδομη ημέρα της απαγωγής και αιχμαλωσίας έλαβε χώρα ένα τραγελαφικό περιστατικό. Ηταν Κυριακή των Βαΐων και όσοι είχαν πάει να παρακολουθήσουν τη λειτουργία στην εκκλησία της Σκάλας Ωρωπού βρέθηκαν μπροστά σε ένα αρκετά ασυνήθιστο θέαμα. Αντίκρισαν μερικούς ένοπλους φουστανελοφόρους Έλληνες, που τους ακολουθούσαν κάποιοι ταλαιπωρημένοι φρακοφορεμένοι. Αυτοί βέβαια δεν είναι άλλοι από τη συμμορία των Αρβανιτάκηδων μαζί με τους ομήρους, οι οποίοι πήγαν να… εκκλησιαστούν! Στη συνέχεια μάλιστα ήπιαν και καφέ στο σπίτι του μεγαλοκτηματία Παπαρρηγόπουλου, παρουσία και του δημάρχου Ωρωπού. Λίγες μέρες αργότερα, συγκεκριμένα στις 9 Απριλίου 1870, Μεγάλη Πέμπτη, θα έπεφτε η αυλαία αυτού του δράματος με τον πιο φρικτό τρόπο. Οι ληστές, βλέποντας ότι οι διαπραγματεύσεις βρίσκονταν σε αδιέξοδο και προσπαθώντας να ασκήσουν πίεση στην κυβέρνηση, αποφάσισαν να κινηθούν προς τα σύνορα με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η κυβέρνηση έστειλε στρατό για να τους εμποδίσει, με εντολή να μην προσβληθούν οι ληστές, για να μην τεθεί σε κίνδυνο η ζωή των ομήρων. Το κακό θα γινόταν κοντά στο Δήλεσι. Ο πρώτος πυροβολισμός έπεσε δίχως να μάθει ποτέ κανένας από ποιον. Αυτή θα ήταν η αρχή του τέλους για τους αιχμαλώτους. Να πώς περιγράφει τα γεγονότα της Μεγάλης Πέμπτης 9 Απριλίου 1870 ο ρεπόρτερ της εφημερίδας Αιών στο φύλλο της 15ης Απριλίου: «Οι ληστές, περνώντας από το Συκάμηνο, πήραν μαζί τους διάφορους χωρικούς και βλαχοποιμένες, σέρνοντας βέβαια πάντα μαζί τους και τους αιχμαλώτους από το Πικέρμι. Μετά από λίγο, οι μεν χωρικοί και ποιμένες κατόρθωσαν να αποχωριστούν από τους ληστές, όχι όμως και οι τέσσερις ξένοι, τους οποίους, όπως είναι φυσικό, τους επιτηρούσαν από κοντά. Η μακρά πορεία και οι κακουχίες εξάντλησαν τις δυνάμεις των αιχμαλώτων, οι οποίοι, αποκαμωμένοι, δεν μπορούσαν πλέον να προχωρήσουν. Οι ληστές, βλέποντας ότι ήταν ανάγκη ή να τους αφήσουν ελευθέρους ή να τους σκοτώσουν, προτίμησαν το δεύτερο. Έτσι, πριν το Δήλεσι, σκότωσαν πρώτα τους δύο γραμματείς της αγγλικής και της ιταλικής πρεσβείας, έπειτα τον δικηγόρο Λόιντ και αργότερα τον Βάινερ». Οι επτά ληστές που σκοτώθηκαν κατά τη σύγκρουση των δυνάμεων της Χωροφυλακής με τη συμμορία των Αρβανιτάκηδων αποκεφαλίστηκαν και τα κεφάλια τους τοποθετήθηκαν στο Πεδίον του Αρεως, κρεμασμένα από τα μαλλιά. Αλλα επτά μέλη της συμμορίας συνελήφθησαν, δικάστηκαν, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν στο Πεδίον του Αρεως με δημόσιο αποκεφαλισμό στις 8 Ιουνίου 1870. Οσο για τον αρχηγό της συμμορίας Τάκο Αρβανιτάκη και τους ληστές που διασώθηκαν, διέφυγαν προς την τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία. Τριάμισι χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1873, ο Τάκος, προσπαθώντας να περάσει τα ελληνοοθωμανικά σύνορα, θα έπεφτε σε ενέδρα του ελληνικού στρατού και θα έπεφτε νεκρός κάπου έξω από τη Λαμία. Ο σάλος που προκλήθηκε τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη όταν μαθεύτηκε η σφαγή στο Δήλεσι, δεν είχε προηγούμενο. Η χώρα μας δυσφημίστηκε μέσω άρθρων στον διεθνή Τύπο, και ιδιαίτερα στον αγγλικό, όσο δεν είχε δυσφημιστεί ποτέ. Ολόκληρο το ελληνικό έθνος θεωρήθηκε υπόδικο για το έγκλημα των ληστών και η Ελλάδα αποκαλείτο «φωλιά ληστών και πειρατών», «ντροπή για τον πολιτισμό» και «χώρα ημισλάβων, ημιελλήνων και ημιβαρβάρων». Το όνομα του Έλληνα είχε καταντήσει να εμφανίζεται ως συνώνυμο με εκείνο του απατεώνα και του αγύρτη. Ο υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας έφτασε στο σημείο να δηλώσει στον Έλληνα πρεσβευτή στο Λονδίνο ότι «διά τοιούτων πράξεων τίθεται η Ελλάς εκτός του κύκλου των εξευγενισμένων κρατών». Οι Μεγάλες Δυνάμεις μάλιστα διατύπωσαν ανοιχτά απειλές για επέμβασή τους στην Ελλάδα, ακόμα και για κατάληψη μέρους της ελληνικής επικράτειας! Ευτυχώς, αφενός η άρνηση της Ρωσίας να πάρει μέρος σε κάτι τέτοιο, και αφετέρου το ξέσπασμα του Γαλλοπρωσικού Πολέμου, απέτρεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Εξαιρετικά σημαντικό είναι το γεγονός ότι η σφαγή στο Δήλεσι έφερε στην επιφάνεια τη διαπλοκή του φαινομένου της ληστείας με τα συμφέροντα της μεγάλης ιδιοκτησίας καθώς και πολιτικών προσώπων. Συγκεκριμένα, υπήρχαν υπόνοιες ότι οι ηγέτες της αντιπολίτευσης ενθάρρυναν τους ληστές να επιμείνουν στο αίτημά τους για αμνηστία, προκειμένου να προκαλέσουν πρόβλημα στην κυβέρνηση και να εξαναγκαστεί σε παραίτηση. Εξίσου, αν όχι περισσότερο διαδεδομένες, ήταν οι φήμες ότι ο ίδιος ο υπουργός Στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος διατηρούσε πολύ στενές σχέσεις με τους ληστές και ότι τους είχε στην υπηρεσία του στα κτήματά του στο Τατόι. Πολλοί κατηγορούσαν τον υπουργό Στρατιωτικών ότι οι σχέσεις του με τους λήσταρχους δεν είχαν να κάνουν μόνο με την προστασία των κτημάτων του, αλλά ότι τους χρησιμοποιούσε κιόλας ως μέσο εκβιασμού των πολιτικών του αντιπάλων, ώστε να τους ασκεί πίεση στις εκλογές. Πολλοί κατηγορούσαν τον Σούτσο ότι προστάτευε ο ίδιος τους ληστές. Τελικά, οι κατηγορίες για την αντιπολίτευση καθώς και για τον Σκαρλάτο Σούτσο δεν αποδείχθηκαν, καθώς η εξεταστική επιτροπή δεν βρήκε κανένα στοιχείο που να μπορούσε να στηρίξει κάποια από τις κατηγορίες, η σκιά όμως έμεινε…
Ακολουθήστε το Protagon στο Google News Πηγή: Protagon.gr
Η κυρία Ελένη Λετώνη είναι:







